



Χριστιανισμός θεμελιώθηκε ἐπάνω σέ ἕναν «κενό τάφο», εἶπε κάποιος πολύ παραστατικά. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται ματαία ἡ πίστις ὑμῶν». Ἄν ὁ Χριστός δέν ἀνασταίνονταν ἄδικα πιστεύετε, δίδαξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Μέ τίς φράσεις αὐτές διακηρύσσεται ἡ πίστη στό μεγαλύτερο γεγονός τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, στό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Γύρω ἀπό τόν «κενό τάφο» τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ ἔγινε καί γίνεται ἡ μεγαλύτερη μάχη ἀνά τούς αἰῶνες μεταξύ πίστεως καί ἀπιστίας. Εἶναι πολλές ἑκατοντάδες τά ἑκατομμύρια τῶν πιστῶν πού ἐπαναλαμβάνουν τόν νικητήριο ὕμνο «Χριστός Ἀνέστη». Δέν ἔλειψαν ὅμως καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουν ἤ κλονίζονται ὡς πρός τό μοναδικό καί μεγάλο αὐτό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νά ἀσχοληθοῦμε καί ἐμεῖς μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, γιά νά στερεωθεῖ ἡ πίστη μας στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. 
Όποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεό «εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας», διότι έτσι εννοείται η αγάπη, ας απολαύσει την ωραία και λαμπρή αυτή εορτή του Πάσχα.
Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου.
Όποιος δούλος, όποιος χριστιανός και μάλιστα αυτός που έχει συναίσθηση, της αμαρτωλότητάς του, έχει αγαθές διαθέσεις, ας εισέλθει γεμάτος από χαρά στην ευφροσύνη του Θεϊκού Δείπνου που χαρίζει ο Αναστάς Κύριός του.

ήμερα, Ἀγαπητοί μου, ἡ Eκκλησία μας ἑορτάζει τήν ἑορτή τῆς «Zωοδόχου Πηγῆς». Ἡ ἑορτή αὐτή εἶναι μία Θεομη-τορική ἑορτή, διαφορετική ἀπό τίς ἄλλες. Εἶναι μία τιμητική ἀνάμνηση ἑνός... θαύματος τῆς Παναγίας τό ὁποῖο ὅμως στό πέρασμα τῶν χρόνων ἔγινε πηγή πολλῶν ἄλλων θαυμάτων.
Πρίν 1500 περίπου χρόνια στά περίχωρα τῆς Κωνσταντινου-πόλεως, στό σημεῖο πού ἦταν ἡ λεγόμενη πύλη τῆς Σηλυβρίας, βρέθηκε ἡ «Ζωοδόχος πηγή». Ἐκεῖ βρισκόταν ἕνα μεγάλο καί πυκνότατο δάσος πού ἦταν δύσκολο νά τό περάσει κανείς χωρίς νά χαθεῖ μέσα σ᾽ αὐτό.
Κάποια καλοκαιρινή ἡμέρα ἕνας στρατιώτης Λέων ὀνομα-ζόμενος, ἦταν ἀναγκασμένος νά περάσει μέσα ἀπό τό δάσος γιά στρατιωτική ὑπηρεσία.


«Πάσχα το τερπνόν· Πάσχα Κυρίου Πάσχα· Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε».
ε αυτούς τους υπέροχους και πανηγυρικούς στίχους ο θεσπέσιος υμνογράφος της Αναστάσεως αναγγέλλει στους πιστούς την έλευση της πλέον λαμπρής και ευφρόσυνης εορτής της Εκκλησίας μας. Σύμπας ο άγιος λαός του Θεού, ο «ευσεβής και φιλόθεος», όπως τον αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος, «εν ενί στόματι και μια καρδία», με δάκρυα χαράς στα μάτια, υμνεί τον Αναστάντα εκ νεκρών και νικητή του θανάτου, Κύριο Ιησού Χριστό. Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης και απέραντης αγαλλίασης κατακλύζει τους λαμπροστόλιστους και ολόφωτους ναούς για να εορτάσει την Θεία Έγερση και να απολαύσει τον ανείπωτο πλούτο της χρηστότητος του Κυρίου. Σπεύδει για να εορτάσει τον πιο σπουδαίο θρίαμβο, την πιο μεγάλη και απερίγραπτη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας: Τον θάνατο του θανάτου μας!
Η Παναγιά της Πόλης και τα μισοτηγανισμένα ψάρια.
Παναγία ονομάζεται Ζωοδόχος Πηγή, αφού γέννησε την Ζωή, που είναι ο Χριστός. Για πρώτη φορά το επίθετο Ζωοδόχος Πηγή το έδωσε στην Παναγία ο Ιωσήφ ο Υμνογράφος τον 9ο αιώνα, συνθέτοντας έναν ύμνο του προς την Παναγία.
Η γιορτή, αναφέρεται στα εγκαίνια του Ιερού Ναού της Παναγίας, γνωστού ως «Η Ζωοδόχος Πηγή στο Μπαλουκλί», έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όπου υπήρχε πηγή αγιάσματος που επιτελούσε και επιτελεί πολλά θαύματα.
Πότε ξεκίνησε να εορτάζεται η Ανάσταση;
την Καινή Διαθήκη, δεν καταγράφονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που τηρούσαν την εορτή της Ανάστασης τα μέλη της
πρώτης χριστιανικής εκκλησίας. Έτσι, μεταγενέστεροι Χριστιανοί άρχισαν να επιχειρηματολογούν όσον αφορά τις πρακτικές των πρώτων Χριστιανών.
Η πρώτη «πασχάλια έριδα» σχετικά με τον ετήσιο εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα, δηλαδή της Ανάστασης, εμφανίστηκε κατά το 2ο αιώνα. Οι εκκλησίες της Μικράς Ασίας ακολΠότε ξεκίνησε να εορτάζεται η Ανάσταση
Στην Καινή Διαθήκη, δεν καταγράφονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που τηρούσαν την εορτή της Ανάστασης τα μέλη της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας. Έτσι, μεταγενέστεροι Χριστιανοί άρχισαν να επιχειρηματολογούν όσον αφορά τις πρακτικές των πρώτων Χριστιανών.
Η πρώτη «πασχάλια έριδα» σχετικά με τον ετήσιο εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα, δηλαδή της Ανάστασης, εμφανίστηκε κατά το 2ο αιώνα. Οι εκκλησίες της Μικράς Ασίας ακολουθούσαν την αρχαία ιωάννεια «τεσσαρεσκαιδεκατική» πρακτική, τηρώντας σε ετήσια βάση τον «Μυστικό Δείπνο» ή αλλιώς το αναμνηστικό «Δείπνο του Κυρίου», την ίδια ημερομηνία με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό σήμαινε ότι εορταζόταν το Πάσχα την ημέρα που αντιστοιχούσε στις 14 του ιουδαϊκού μήνα Νισάν, ανεξαρτήτως από το αν αυτή η ημέρα συνέπιπτε να είναι Κυριακή, μέρα η οποία ονομαζόταν τότε «Ημέρα του Ήλιου».
Πώς προέκυψε η ονομασία;
βδομάδα της Διακαινησίμου ονομάζεται η εβδομάδα που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και λήγει την Κυριακή του Θωμά ή Αντίπασχα.
Κατά την Εβδομάδα της Διακαινησίμου, η κάθε μέρα της αναφέρεται ως εξής: Δευτέρα της Διακαινησίμου, Τρίτη της Διακαινησίμου,κ.ο.κ.
Στην παλαιά εποχή στην Εκκλησία υπήρχε η τάξη των Κατηχουμένων, όσων δηλαδή προέρχονταν από τους ειδωλολάτρες ή τους Ιουδαίους και διδάσκονταν τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως για να γίνουν μέλη της με το μυστήριο του Βαπτίσματος. Το Βάπτισμα δεν ήταν τότε ατομικό ή οικογενειακό γεγονός, όπως σήμερα, αλλά γεγονός που αφορούσε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό οι Κατηχούμενοι βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μ. Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα. Με το βάπτισμα στο νερό ο «παλαιός άνθρωπος», ο άνθρωπος της αμαρτίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος πεθαίνει και γεννιέται ο νέος, ο ανακαινισμένος, ο καινούριος που ζει την αναγέννηση, την ανανέωση. Η εβδομάδα που ακολουθούσε το Πάσχα ονομάζεται διακαινήσιμος γι’ αυτό το γεγονός της ανακαινίσεως. Επειδή οι βαπτισμένοι ολόκληρη την εβδομάδα φορούσαν λευκά φορέματα ονομάζεται και «λευκή εβδομάδα».
τα κείμενα της Αγίας Γραφής παρουσιάζονται ένδεκα εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού, από τις οποίες οι δέκα έγιναν στο διάστημα μεταξύ της Αναστάσεως και της Αναλήψεως και μία μετά την Πεντηκοστή.
Μερικές από αυτές περιγράφονται αναλυτικά και άλλες απλώς απαριθμούνται. Καί, βέβαια, πρέπει να πούμε ότι δεν περιγράφονται όλες από τους ίδιους Ευαγγελιστές, δηλαδή δεν αναφέρονται και οι ένδεκα σε κάθε ένα ξεχωριστό Ευαγγέλιο, αλλά μερικές μνημονεύονται από τον έναν Ευαγγελιστή και μερικές από τον άλλο.
Στα Ιεροσόλυμα το Πάσχα γίνεται το μεγαλύτερο θαύμα στον κόσμο
από τον Θεάνθρωπον Χριστόν.
περίγραπτο και άξιο θαυμασμού γεγονός είναι η τελετή του Αγίου Φωτός. Τα θρησκευτικά συναισθήματα των χριστιανών και ιδιαιτέρως των Ορθοδόξων Ελλήνων φτάνουν στο αποκορύφωμα τους και η «ανεκλάλητη» χαρά που τους δωρίζει ο Κύριος είναι το αποτέλεσμα της ευλαβικής συμμετοχής τους, στην αγία αυτή τελετή. Βρισκόμαστε μπροστά στο μοναδικό γεγονός μέσα στον Κόσμο στο γεγονός της εκπομπής και αναλάμψεως του φωτός από τον Πανάγιο και Ζωοδόχο Τάφο του Σωτήρος. Την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου από τις πρωινές ώρες κανένας τύπος δεν τηρείται ως προς τις διάφορες θέσεις του αγίου ναού της Αναστάσεως. Οι Άμβωνες, τα Δεσποτικά και τα Στασίδια είναι γεμάτα από πιστούς ανεξαρτήτως φύλου. Διά της Ωραίας Πύλης εισέρχεται ο τυχών, εντός δε του Ιερού και γύρω από την Αγία Τράπεζα περιμένουν με εγκαρτέρηση την εμφάνιση του Αγίου Φωτός, άνδρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας.
άσχα το τερπνόν΄ Πάσχα Κυρίου Πάσχα΄ Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε. Με αυτούς τους υπέροχους και πανηγυρικούς στίχους ο θεσπέσιος υμνογράφος της Αναστάσεως αναγγέλλει στους πιστούς την έλευση της πλέον λαμπρής και ευφρόσυνης εορτής της Εκκλησίας μας. Σύμπας ο άγιος λαός του Θεού, ο «ευσεβής και φιλόθεος», όπως τον αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος, «εν ενί στόματι και μια καρδία», με δάκρυα χαράς στα μάτια, υμνεί τον Αναστάντα εκ νεκρών και νικητή του θανάτου, Κύριο Ιησού Χριστό. Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης και απέραντης αγαλλίασης κατακλύζει τους λαμπροστόλιστους και ολόφωτους ναούς για να εορτάσει τη Θεία Έγερση και να απολαύσει τον ανείπωτο πλούτο της χρηστότητας του Κυρίου. Σπεύδει για να εορτάσει τον πιο σπουδαίο θρίαμβο, την πιο μεγάλη και απερίγραπτη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας: Τον θάνατο του θανάτου μας!
ο άγιο Πάσχα αποτελεί την κορωνίδα του ορθοδόξου εορτολογίου. Είναι, κατά τον ιερό υμνογράφο της αναστάσεως, η «εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων». Η σημασία της μεγάλης εορτής οφείλεται στο ότι εκφράζει το πέρας και τον τελικό θρίαμβο της επιτυχίας του επί γης απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Εορτάζεται πανηγυρικότατα η νίκη του Αγαθού κατά του Κακού, η επικράτηση του φωτός στο νοητό σκοτάδι της αμαρτίας και της φθοράς, η κατάργηση του ’δη και πάνω απ' όλα η αναίρεση του θανάτου, του χειρότερου εχθρού μας!
Η είσοδος του κακού στον κόσμο μαζί με τα άλλα μύρια κακά, έφερε και τον θάνατο, ως την φυσική κατάληξη μιας αφάνταστα μαρτυρικής ζωής. Ο πικρός ’δης υπήρξε ο τόπος κατάληξης όλων των ανθρωπίνων ψυχών. Η έννοια της αθανασίας, ως το σπουδαιότερο αρχέγονο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, έμεινε ως μια μακρινή Η λαχτάρα για την νίκη του θανάτου εκφράστηκε ποικιλότροπα μέσα στις ανάμνηση στην ανθρώπινη σκέψη και ως μια αμυδρή προσδοκία ανάκτησής της στο μέλλον.

άθε χρόνο την Παρασκευή της Διακαινησίμου, όσοι είμαστε στην Κωνσταντινούπολη και έχουμε την δυνατότητα, βρισκόμαστε στο Μπαλουκλί, στο γνωστό μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, έξω από τα ιστορικά τείχη της Πόλης και κοντά στο Ζεϊτίν Μπουρνού, το οποίο σήμερα πανηγυρίζει.
Το Μπαλουκλί είναι από τους βασικούς τόπους που επισκέπτεται κάθε προσκυνητής της Πόλης. Πόσοι όμως γνωρίζουμε την ιστορία και την παράδοση ετούτου το σπουδαίου μοναστηριού; Πόσοι ακόμα ξέρουμε πως το Μπαλουκλί είναι η αιτία που καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, το πασίγνωστο αγίασμά του είναι κυριολεκτικά η Ζωοδόχος Πηγή, στην οποία καταρχήν αναφερόταν η εορτή, πριν αποκτήσει ευρύτερη συμβολική σημασία και επενδυθεί αναλόγως θεολογικά. Εξηγούμαι:
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν...»
σημερινή ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, Ἀγαπητοί μου, σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση,
σηματοδοτεῖ τό τέλος τῆς ἐπίγειας παρουσίας τοῦ Κυρίου μας καί τήν ἄνοδό Του στούς οὐρανούς, πλησίον τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα. Ὁ Χριστός ὅμως δέν ἐπιστρέφει ἐκεῖ, ἀπό ὅπου ξεκίνησε πρίν τήν Σάρκωσή Του, μόνο ὡς Θεός. Ἐπί πλέον, ἀνεβάζει στούς οὐρανούς τήν ἀνθρώπινη φύση καί ξαναδίνει στόν ἄνθρωπο, αὐτό πού του ἔλειπε: δηλαδή,
-Τήν δυνατότητα νά βρίσκεται σέ συνεχή κοινωνία μέ τόν Θεό.
-Τήν δυνατότητα νά νικάει τήν ἁμαρτία καί τόν φόβο τοῦ θανάτου.
-Τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως καί τῆς λυτρώσεως.
-Καί αὐτή ἡ σωτηρία δέν ὑπάρχει πλέον ὡς ἀναμονή ἤ ὡς ἐπιθυμία, ἀλλά ὡς βεβαιότητα.
«Ἐποίησε πηλόν ... καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν
ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ».
Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, Ἀγαπητοί μου, κατά τήν ἐπίγεια ζωή του δέν ἐνδιαφέρθηκε μόνο γιά τήν ψυχή, ἀλλά καί γιά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καί τό ἐνδιαφέρον του αὐτό τό ἔδειξε μέ πολλούς τρόπους, προπάντων ὅμως μέ τά θαύματά του. Τά περισσότερα ἀπό τά θαύματα τοῦ Κυρίου ὡς σκοπό εἶχαν τήν ἀνακούφιση τοῦ σωματικοῦ πόνου καί τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ σώματος.
Γιατί ἄραγε; Διότι καί τό σῶμα μας —ὄχι μόνο ἡ ἀθάνατη ψυχή μας— εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἄρα «καλὸν λίαν», ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα δημιουργήματα. (Γέν. 1,31) Διότι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ναός καί κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. (Α' Κορ. 6,19. 3,16) Ἐπιπλέον τό σῶμα μας εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος καί ὁ μόνιμος συναγωνιστής τῆς ψυχῆς στόν ἀγώνα τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς θέωσης. Γι᾽ αὐτό, καθώς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, τό σῶμα δέν πρόκειται ἁπλά νά ἀναστηθεῖ, ἀλλά ἄφθαρτο θά συμμετάσχει καί θά ἀπολαύσει τήν δόξα καί τήν εὐφροσύνη τῆς θείας Βασιλείας, μαζί μέ τήν ψυχή, μέ τήν ὁποία ἔζησε καί ἀγωνίστηκε κατά τήν διάρκεια τῆς παρούσας ζωῆς.
ήν νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, Ἀγαπητοί μου, ἀκοῦμε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη». Στά παλιά τά χρόνια, τά εὐλογημένα, οἱ Χριστιανοί τό «Χριστός ἀνέστη» τό ἔλεγαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ ἐπί σαράντα ἡμέρες. Τώρα ἀκούγεται μόνο τήν νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, καί μετά σβήνει πλέον καί στίς καρδιές μας καί στά χείλη μας. Τό «Χριστός ἀνέστη», ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πιό τρανή ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός ζεῖ καί βασιλεύει, ὅτι εἶναι Θεός, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶναι ἀληθινή, καί ὅτι κανένας σατανάς δέν μπορεῖ νά ξεριζώσει τό δέντρο πού λέγεται Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι Θεός. Αὐτό μᾶς ἀναγγέλει ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή.
Μᾶς μίλησε γιά μιά γυναίκα ἡ ὁποία κατοικοῦσε σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ. Αὐτή ἡ γυναίκα ἡ Σαμαρείτισσα παντρεύτηκε, ἀλλά δέν ἔζησε μαζί του πολύ. Σέ λίγο τόν ἄφησε καί πῆρε δεύτερο ἄντρα. Σύντομα ὅμως πῆρε καί τρίτο. Ἀλλά καί αὐτόν τόν χώρισε καί πῆρε τέταρτο. Δέν ἄργησε νά παρατήσει καί αὐτόν καί νά πάρει πέμπτο ἄντρα. Μά οὔτε ἐκεῖ σταμάτησε, ἔδωσε καί σ᾽ αὐτόν μιά κλωτσιά καί πῆρε ἕκτο ἄντρα. Ἄλλαξε ἕξι ἄντρες! Ἔ, λοιπόν, αὐτή ἡ γυναίκα, αὐτό τό κουρέλι τοῦ διαβόλου, σώθηκε καί ἔγινε, ξέρετε τί; Ἔγινε Ἁγία! Μέ ποιόν τρόπο; Πῆγε ὁ Χριστός καί τήν βρῆκε. Ξεκίνησε ἀπό μακριά. Τότε δέν ὑπῆρχαν αὐτοκίνητα. Βάδισε χιλιόμετρα, καί ἔφτασε στό χωριό της. Πῆγε γι᾽ αὐτήν, νά τήν συναντήσει. Καί καθώς ἦταν κουρασμένος, σταμάτησε ἐκεῖ δίπλα στό πηγάδι γιά νά ξαποστάσει. Καί ὅπως ὁ κυνηγός περιμένει τόν λαγό νά περάσει, ὅπως ὁ ψαράς ρίχνει τό ἀγκίστρι νά πιάσει τό ψάρι, ἔτσι καί ἐκεῖνος περίμενε. Καί, νά τήν, ἔρχεται κουνιστή καί λυγιστή. Τόν Χριστό δέν τόν ἤξερε. Κατάλαβε ὅμως ἀπό τά ροῦχα του, καί στήν συνέχεια ἀπό τά λόγια καί τήν προφορά του, ὅτι εἶναι Ἰουδαῖος.Οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἤθελαν νά βλέπουν τούς Σαμαρεῖτες καί οἱ Σαμαρεῖτες δέν ἤθελαν νά βλέπουν τούς Ἰουδαίους.
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτὴρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».
σημερινή ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, Ἀγαπητοί μου, εἶναι μία μεγάλη ἑορτή, ἀλλά κάπως ξεχασμένη. Ἐκτός ἀπό τούς Ἱερεῖς καί μερικούς ἄλλους χριστιανούς, πού ἔχουν ἕνα στενότερο σύνδεσμο μέ τήν Ἐκκλησία, οἱ περισσότεροι δέν γνωρίζουν κἄν τήν ὕπαρξή της. Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐκκλησιάζονται, ἐνῶ οἱ περισσότεροι δέν ὑποπτεύονται κἄν, ὅτι τήν Τετάρτη μετά τήν Κυριακή τοῦ Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μία μεγάλη Δεσποτική ἑορτή, τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Καί ὅμως κάποτε ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί συνέτρεχαν τήν ἡμέρα αὐτή στόν Ναό πλήθη λαοῦ.
Ποιό ὅμως εἶναι τό θέμα τῆς ἰδιόρρυθμης αὐτῆς ἑορτῆς;
Τό θέμα της εἶναι καθαρά ἑορτολογικό καί θεωρητικό.
Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἡμέρα ἀπό τό Πάσχα καί ἡ 25η ἡμέρα πρό τῆς Πεντηκοστῆς. Βρίσκεται στό μέσον τῆς περιόδου τῶν 50 ἑορτασίμων ἡμερῶν μετά τό Πάσχα. Εἶναι δηλαδή, ἕνας σταθμός στό μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν, τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς.Σταθμός πού τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως.Προετοιμάζει τούς πιστούς γιά τήν Πεντηκοστή, καί προαναγγέλλει τή δόξα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού θά ἑορτασθεῖ μετά ἀπό 15 ἡμέρες.
Ἀκριβῶς αὐτό τό μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν ἔφερνε στόν νοῦ καί ἕνα ἑβραϊκό ἐπίθετο τοῦ Κυρίου, τό ὄνομα «Μεσσίας». Μεσσίας στά ἑλληνικά μεταφράζεται Χριστός. Ἀλλά ἀκουστικά θυμίζει τό μέσον. Ἔτσι καί στά τροπάρια καί στό συναξάρι τῆς ἡμέρας ἡ ἑρμηνεία αὐτή γίνεται ἀφορμή νά παρουσιασθεῖ ὁ Χριστός σάν Μεσσίας μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Σ᾽ αὐτό βοήθησε καί ἡ Εὐαγγελική περικοπή, πού ἐπιλέχτηκε νά διαβάζεται τήν ἡμέρα αὐτή. (Ιω. 7, 1430)
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὁ Χριστός ἀνεβαίνει στό ἱερό καί διδάσκει. Ἡ διδασκαλία Του προκαλεῖ τόν θαυμασμό, ἀλλά καί ζωηρή ἀντιδικία μεταξύ αὐτοῦ καί τῶν Ἰουδαίων διδασκάλων.
Νέο, λοιπόν, θέμα δημιουργεῖται: ὁ Χριστός εἶναι διδάσκαλος. Αὐτός, πού ἐνῶ δέν ἔμαθε γράμματα κατέχει τό πλήρωμα τῆς σοφίας, γιατί εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ πού δημιούργησε τόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσμο. Ἐκεῖνος πού διδάσκει στόν Ναό, στό μέσον τῶν διδασκάλων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, στό μέσον τῆς ἑορτῆς, εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἀποδοκιμάζεται ἀπό τούς δῆθεν σοφούς τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ.
Λίγες σειρές πιό κάτω, στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀμέσως μετά τήν περικοπή πού περιλαμβάνει τόν διάλογο τοῦ Κυρίου μέ τούς Ἰουδαίους, ἀναφέρεται ἕνας παρόμοιος διάλογος, μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἰουδαίων πού πραγματοποιήθηκε κατά τήν Πεντηκοστή. Αὐτός ὁ διάλογος ἀρχίζει μέ μία σπουδαία φράση τοῦ Κυρίου. «Ἐάν κανείς διψάει, ἄς ἔρθει σ᾽ ἐμένα καί ἄς πιεῖ. Ἐκεῖνος πού πιστεύει σ᾽ ἐμένα, καθώς εἶπε ἡ γραφή, θά τρέξουν ἀπό τήν κοιλιά του ποταμοί νεροῦ ζωντανοῦ».(Ἰω. 7, 3738) Καί σχολιάζει ὁ Εὐαγγελιστής. «Αὐτό τό εἶπε γιά τό Πνεῦμα, τό ὁποῖο θά ἔπαιρναν ἐκεῖνοι πού θά πίστευαν σ᾽ Αὐτόν».(Ἰω. 7, 39)
Δέν ἔχει σημασία ὅτι τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου δέν λέχθηκαν κατά τήν Μεσοπεντηκοστή, ἀλλά λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Ταιριάζουν ἐξ ἄλλου τόσο πολύ μέ τό θέμα τῆς ἑορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Δέν μποροῦσε νά βρεθεῖ πιό παραστατική εἰκόνα γιά νά φανερωθεῖ ὁ χαρακτήρας τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στό διψασμένο ἀνθρώπινο γένος ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἦρθε σάν ὕδωρ ζῶν, σάν ποταμός χάριτος πού δρόσισε τό πρόσωπο τῆς γῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς χάριτος, ἡ ἀστήρευτη πηγή τοῦ ὕδατος πού χαρίζει ζωή αἰώνια, πού ξεδιψάει καί ποτίζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖες ὑποφέρουν ἀπό βασανιστική πνευματική δίψα. Πού μεταβάλλει, ὅσους πίνουν ἀπό αὐτό, σέ δροσιστικές ἀστείρευτες πηγές. Πού μετέτρεψε τήν ἔρημο τοῦ κόσμου σέ θεοφύτευτο παράδεισο.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, Ἀγαπητοί μου,ἔχει τήν δύναμη:
Νά ἐλευθερώνει τόν πιστό ἄνθρωπο, ἀπὸ τήν τυραννική δουλεία τῶν παθών τῆς ἁμαρτίας καί τῶν πειρασμῶν.
Μπορεῖ νά ἀνασύρει ψυχές πού εἶναι βουτυγμένες στόν βόρβορο τῆς ἔσχατης ἠθικῆς κατάπτωσης καί νά τίς μεταφέρει στήν καθαρότητα τῆς ἁγνῆς καί ἅγιας ζωῆς.
Ἔχει τήν δύναμη νά μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο τόν θυμώδη, τόν σκληρό, τόν ἄδικο, τόν κακοποιό σέ ἥμερο, εὐγενή, ἀγαθοποιό, σέ τέκνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί δύναμη φωτιστική πού διαφωτίζει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στά μεγάλα ζητήματα τῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος μόνος του, χωρίς τόν Θεῖο φωτισμό δέν μπορεῖ νά ἐννοήσει καί νά λύσει.
Ὁ Θεῖος λόγος ἔχει ἀκόμη δύναμη παρηγορητική. Ὅλοι μας λίγο πολύ βρεθήκαμε σέ κατάσταση πόνου καί λύπης. Ἀσφαλῶς ἀπό τήν ἐμπειρία μας αὐτή θά ἔχουμε διαπιστώσει, ὅτι στίς περιστάσεις αὐτές τίποτα ἄλλο δέν παρηγορεῖ καί δέν ἀνακουφίζει, ὅσο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουν περάσει τρεισήμισι ἑβδομάδες ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως.
Μπορεῖ στήν σκέψη μας νά ἔχει ξεθωριάσει ἡ λαμπρότητά της, μετά ἀπό τόσες μέρες... Ὅμως ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, στό μέσον τῆς περιόδου τῶν πενήντα ἡμερῶν ἀπό τήν Ἀνάσταση ὡς τήν Πεντηκοστή, τήν διατηρεῖ ζωντανή. Μᾶς θυμίζει πώς ἡ Ἀνάστάση τοῦ Κυρίου μας συνεχίζεται...
Ὁ Κύριος καλεῖ: «ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω».
Καί ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι :
* Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι γιορτή μιᾶς ἡμέρας.
* Δέν εἶναι ἡ συνήθεια τῶν Πασχαλινῶν διακοπῶν.
* Δέν εἶναι τό σύνολο τῶν "πασχαλινῶν ἐθίμων".
* Εἶναι τό γεγονός πού δίνει νόημα στήν πίστη μας.
* Εἶναι τό θαῦμα τῆς κατάλυσης τοῦ θανάτου.
Γι᾽ αὐτό:
Ἐξακολουθοῦμε καί λέμε "Χριστὸς Ἀνέστη Ἀληθῶς Ἀνέστη", ἀντί ἄλλου χαιρετισμοῦ στίς μεταξύ μας συναντήσεις.
Σέ κάθε ἱερή Ἀκολουθία στούς Ναούς, στήν θεία Λειτουργία καί σέ κάθε Μυστήριο πού τελεῖται, ξεκινᾶμε καί τελειώνουμε μέ τόν ὕμνο "Χριστός Άνέστη ἐκ νεκρῶν".
Στήν προσωπική μας προσευχή καθημερινά, τό "Χριστός Ἀνέστη" ἀποτελεῖ ἀφετηρία καί τέλος.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ:
* Ἀποτελεῖ κυρίαρχο γεγονός τῆς πίστεώς μας.
* Ἀποτελεῖ τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο.
* Χωρίς Ἀνάσταση ἡ πίστη μᾶς δέν ἔχει νόημα, δέν ἔχει ἀξία.
Ἄς συνεχίσουμε τήν καθημερινότητά μας μέ συνοδοιπόρο τήν ἀναστάσιμη χαρά!!!
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.
«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε,
ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.»
σημερινή Εὐαγγελική περικοπή τοῦ Παραλύτου, μᾶς παρουσιάζει δυό συναντήσεις. Δυό συναντήσεις τῶν ἴδιων προσώπων. Τά δυό πρόσωπα πού συναντιόνται εἶναι ὁ παράλυτος καί ὁ Χριστός. Καί τίς δυό φορές μεταξύ τους γίνεται ἕνας διάλογος. Τήν πρώτη φορά ὁ Χριστός βρίσκει τόν παράλυτο, κατάκοιτο ἐπάνω στό κρεβάτι 38 ὁλόκληρα χρόνια, καί τόν ρωτᾶ ἄν θέλει νά γίνει καλά: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι»; Τήν δεύτερη φορά τόν συναντᾶ, ὕστερα ἀπό τό θαῦμα, ὑγιή πλέον, μέσα στόν ναό. Αὐτή τήν φορά δέν τόν ρωτᾶ· τόν προστάζει. Καί τί τοῦ λέγει; «Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
Τά λόγια αὐτά τοῦ Χριστοῦ κρύβουν δυό μεγάλες ἀλήθειες. Ἡ μιά ἀλήθεια διακηρύσσει τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶχε δεῖ τόν παράλυτο καθηλωμένο, ἀκίνητο ἐπάνω στό κρεβάτι. Πῶς, λοιπόν, τοῦ λέγει «Μηκέτι ἁμάρτανε»; Ποῦ καί πότε τόν εἶδε να ἁμαρτάνει; Εἶναι δυνατόν ἕνας παράλυτος, καί μάλιστα σ᾽ αὐτή τήν κατάσταση, νά διαπράττει αἰσχρές πράξεις καί μεγάλα ἁμαρτήματα, πού νά προκαλοῦν τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τότε γιατί τοῦ λέγει ὁ Χριστός, στό ἑξῆς, νά μήν ἁμαρτάνει;
ιμοῦμε καί ἑορτάζουμε σήμερα, ἐκείνους τούς ἄνδρες καί ἐκείνες τίς γυναῖκες, πού ἐκπλήρωσαν πρός τόν νεκρό Ἰησοῦ Χριστό τό τελευταῖο τους καθῆκον, νά τόν κατεβάσουν δηλαδή, ἀπό τόν Σταυρό καί νά τόν ἐνταφιάσουν.
Ὁ Χριστός πέθανε ἐπάνω στόν Σταυρό σάν κακοῦργος, ἀνάμεσα σέ δύο ληστές. Ἤθελαν οἱ Ἰουδαῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπον νά δείξουν, ὅτι ἦταν ὁ μεγαλύτερος κακοῦργος, χειρότερος ἀπό τούς δύο ληστές. Τί μεγάλο κακό, τί μεγάλο ἀνοσιούργημα! Οἱ ἄνθρωποι καταδίκασαν τόν Θεό σέ θάνατο καί ὁ Θεός μᾶς «καταδίκασε» νά εἴμαστε ἀθάνατοι. Ἐμεῖς τόν κατεβάσαμε στόν Ἅδη κι εκεῖνος μᾶς ἀνέβασε στόν Παράδεισο. Μᾶς χάρησε τήν αἰώνια ζωή.
Σύμφωνα μέ τήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, ἐμφανίζεται ὁ Ἰωσήφ, ἀνώτερο μέλος τοῦ Ἑβραϊκοῦ Συνεδρίου καί ζητάει ἀπό τόν Πιλᾶτο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Μέχρι τώρα ἦταν κρυφός μαθητής τοῦ Κυρίου, ἀλλά τώρα ἀποκαλύπτεται, τά παίζει ὅλα γιά ὅλα. Τό ἱερό Εὐαγγέλιο γράφει, «τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον». Τόλμησε νά παρουσιασθεῖ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου. Αὐτό πού ἔκανε ἦταν πολύ τολμηρό καί ριψικίνδυνο. Ὅποιος ἔδειχνε συμπάθεια στόν κατάδικο Χριστό, κινδύνευε καί ὁ ἴδιος. Ὅλο τό κλῖμα ἦταν πολύ ἀρνητικό. Σκεφθεῖτε, ὅτι οἱ ἕνδεκα μαθητές κρυβόντουσαν «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Δέν τολμοῦσαν νά ξεμυτίσουν. Ὅποιος ἔπεφτε στά χέρια τους, λίγο πολύ θά εἶχε τήν ἴδια τύχη.

ατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας,ἐνῶ πλέον εἶχε βραδυάσει καί οἱ θύρες τοῦ σπιτιοῦ,
ὅπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οἱ μαθητές, ἦταν κλεισμένες ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῶν Ἰουδαίων, ἦρθε ἔξαφνα ὁ Ἰησοῦς, στάθηκε στό μέσον καί τούς λέγει: «Εἰρήνη ὑμῖν», νά ἔχετε εἰρήνη.
Καί ἔπειτα ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, ὅταν ἐμφανίστηκε, ὁ Κύριος, γιά δεύτερη φορά στούς μαθητές του, τούς χαρίζει τήν Εἰρήνη, λέγοντάς τους καί πάλι: «Εἰρήνη ὑμῖν». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό σπουδαιότερο πράγμα στόν κόσμο εἶναι «ἡ Εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα». (Φιλιπ. 4,7)
Μπορεῖ ἡ ἀνθρώπινη, ἡ επίγεια, ἡ κοσμική Εἰρήνη νά εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό ἀπό ὅσα μπορεῖ νά ἐπιθυμήσει καί νά ἀπολαύσει ὁ ἄνθρωπος, νά εἶναι θησαυρός πολύτιμος, πλοῦτος ἀνεκτίμητος, ἡ Εἰρήνη ὅμως πού προσφέρει ὁ Χριστός εἶναι διαφορετική, εἶναι ἡ μοναδική.
