




ίγες ἡμέρες μετά τήν ἔναρξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, καί συγκεκριμένα στίς 8 Σεπτεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία μας πανηγυρίζει «τὸ Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀει παρθένου Μαρίας».
Γιά τό πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου τά ἱερά κείμενα τῶν Εὐαγγελίων δέν κάνουν ἰδιαίτερο λόγο, μόνο ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό πρῶτο καί δεύτερο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του, κάνοντας τήν σχετική ἐξιστόριση τῶν γεγονότων τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀναφέρεται καί στό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Βέβαια δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει τό γεγονός, πώς τά ἱερά κείμενα τῶν Εὐαγγελίων γράφτηκαν, ὄχι γιά νά βιογραφήσουν τόν Ἰησοῦ, ἀλλά γιά διδακτικούς λόγους, καί πρωτίστως νά μᾶς ποῦν ποιός εἶναι Ἐκεῖνος πού πέθανε ἐπάνω στόν Σταυρό καί ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν.
Σιγή, λοιπόν, καλύπτει τό πάνσεπτο Θεομητορικό πρόσωπο. Καί ἡ Παναγία μας μέσα στήν σιγή αὐτή, διακόνησε τό ὑπερθαύμαστο μυστήριο τοῦ Υἱοῦ της, καί μέ πολύ διακριτικότητα στάθηκε κοντά στόν λειτουργοῦντα τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας, Υἱό της καί Θεό μας. Ἀλλά καί μέσα στήν σιωπή, ἔπνιξε τόν πόνο της, «παρισταμένη» κάτω ἀπό τόν Σταυρό του.
Τό κενό πού ὑπάρχει στά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σχετικά μέ τήν ἐπίγεια ζωή καί τόν βίο τῆς Παναγίας, ἔρχεται νά τό κλύψει ἡ ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἡ Παράδοση αὐτή ζωντανή καί ἀνόθευτη συνεχίζεται ἀπό τά Ἀποστολικά χρόνια μέχρι καί σήμερα.
Ὑπάρχουν ὅμως καί μερικοί εὐλαβεῖς, πού θέλησαν νά καταγράψουν κάποια γεγονότα ἀπό τήν ζωή τῆς Παναγίας μέ τήν μορφή διηγήσεων, τά ὁποία ἡ Ἐκκλησίας μας δέν τά ἀποδέχεται ὡς πραγματικά καί ἀληθινά γεγονότα.
Δημιουργήθηκε ἔτσι μία σειρά κειμένων τά ὁποῖα ὀνομάστηκαν «Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια». Τά κείμενα αὐτά ἡ Ἐκκλησία δέν τά κάλυψε μέ τό κῦρος τῆς γνησιότητας. Οἱ λόγοι εἶναι πολλοί καί δέν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νά τούς ἀναφέρουμε αὐτή τή στιγμή.
Νά σημειώσουμε, ὅτι ἡ τιμή στό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ἀπέκτησε κεφαλαιώδη σημασία κατά τούς Ἀποστολικούς χρόνους. Ὅμως μετά τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν, καί ὅταν ἄρχισε ἡ Ἐκκλησία νά ὀργανώνεται ἐσωτερικά, φανερώνεται πιό ζωηρά καί ἡ τιμή στό πρόσωπο τῆς Θεομήτορος. Μάλιστα ἡ ἔλευση τῆς ἁγίας Ἑλένης στά Ἱεροσόλυμα, ἡ εὕρεση τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, καί τοῦ Ναοῦ τῆς Γεννήσεως στήν Βηθλεέμ, συνετέλεσαν στήν ἀνέγερση Ναοῦ καί στό χωρίο τῆς Γεθσημανῆ. Παράλληλα ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων νά πρωτοστατήσει στόν καθορισμό ἑορτῶν πρός τιμήν τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας.
Βέβαια, καθοριστική στήν ὅλη ἐπέκταση τῆς τιμῆς πρός τήν Θεομήτορα, στάθηκε ἡ Τρίτη Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία καθόρισε πλέον δογματικά τήν τιμή πρός τό Θεομητορικό Πρόσωπο.
Ἤδη ἀπό τά τέλη τοῦ τέταρτου αἰώνα ἄρχισε νά τιμᾶται στά Ἱεροσόλυμα ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς, στήν ὁποία οἱ πιστοί τιμοῦσαν ἰδιαίτερα καί τό πρόσωπο τῆς Παναγίας. Στήν συνέχεια ἀρχίζει καί ἡ καθιέρωση καί ἄλλων ἑορτῶν, ὅπως τῆς Γεννήσεώς της στίς 8 Σεπτεμβρίου, καθώς ἐπίσης καί οἱ γιορτές τῶν Εἰσοδίων καί τῆς Κοιμήσεώς της.
Ὁδηγός στήν καθιέρωση αὐτῶν τῶν ἑορτῶν στάθηκε τό «Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου». Ἀπό τό κείμενο αὐτό ἀντλήθηκαν κάποια στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀφοῦ διασταυρώθηκαν μέ ἄλλες προφορικές παραδόσεις, ὁδήγησαν στόν σχηματισμό τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν. Ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ κειμένου αὐτοῦ προέκυψαν οἱ σχετικοί ὕμνοι, ἀλλά καί οἱ ἁγιογραφικές συνθέσεις τῶν ἀντίστοιχων εἰκόνων.
Τό «Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου» διηγεῖται μεταξύ ἄλλων καί ὅσα ἀναφέρονται στήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας. Ἀπό αὐτό μαθαίνουμε τά ὀνόματα τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας.
Ὁ Ἰωακείμ καταγόταν ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ. Τό ζεῦγος ἦταν ἄτεκνο, ἀλλά πολύ πιστό στίς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀτεκνία γιά τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ἕνα καθημερινό μαρτύριο. Παρά τό ὅτι εἶχαν φθάσει σέ βαθειά γηρατειά πίστευαν στόν Θεό γιά κάποια θαυματουργική παρέμβασή του, καί στίς προσευχές τους ζητοῦσαν τήν ἀπόκτηση παιδιοῦ. Καί πραγματικά δέν διαψεύδεται ἡ προσδοκία τους.
Νά πώς μᾶς ἐξιστορεῖ τό «Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου» τά σχετικά μέ τήν Γέννηση τῆς Θεοτόκου: «Καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη λέγων αὐτῇ· Ἄννα Ἄννα, ἐπήκουσε Κύριος τῆς δεήσεώς σου, καί συλλήψει καί γεννήσεις, καί λαληθήσεται τό σπέρμα σου ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ… Καί ἰδού ἦλθον ἄγγελοι δύο λέγοντες αὐτῇ· Ἰδού Ἰωακείμ ὁ ἀνήρ σου ἔρχεται μετά τῶν ποιμνίων αὐτοῦ. Ἄγγελος γάρ Κυρίου κατέβη πρός αὐτόν λέγων· Ἰωακείμ Ἰωακείμ, ἐπήκουσε Κύριος ὁ Θεός τῆς δεήσεώς σου· κατάβηθι ἐντεῦθεν· ἰδού γάρ ἡ γυνή σου Ἄννα ἐν γαστρί λήψεται… Καί ἰδού Ἰωακείμ ἧκε μετά τῶν ποιμνίων αὐτοῦ, καί ἔστη Ἄννα πρός τήν πύλην καί εἶδε τόν Ἰωακείμ ἐρχόμενον, καί δραμοῦσα ἐκρεμάσθη εἰς τόν τράχηλον αὐτοῦ… Ἐπληρώθησαν δέ οἱ μῆνες αὐτῆς· ἐν δέ τῷ ἐνάτῳ μηνί ἐγέννησεν Ἄννα. Καί εἶπεν τῇ μαίᾳ· Τί ἐγέννησα; Ἡ δέ εἶπεν· Θῆλυ· Καί εἶπεν Ἄννα· Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τῇ ἡμέρα ταύτῃ· καί ἀνέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισῶν δέ τῶν ἡμερῶν ἀπεσμήξατο Ἄννα, καί ἔδωκεν μασθόν τῇ παιδί, καί ἐπωνόμασε τό ὄνομα αὐτῆς Μαριάμ».
Ἀπό τά διηγούμενα βλέπουμε πώς, ἡ ἀναγγελλία τῆς Γεννήσεως τῆς κόρης τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας γίνεται ἀπό τόν Ἄγγελο τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε ἐδῶ νά κάνουμε μέ μία παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός σχεδιάζει τήν παναθρώπινη λύτρωση καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται συνεργός της.
Νά πῶς ὁ ὑμνογράφος προβαίνει στήν σχετική σύγκριση: «Εἰ καί θείῳ βουλήματι περιφανεῖς στεῖραι γυναῖκες ἐβλάστησαν, ἀλλά πάντων ἡ Μαρία τῶν γεννηθέντων θεοπρεπῶς ὑπερέλαμψεν· ὅτι καί ἀγόνου παραδόξως τεχθεῖσα μητρός, ἔτεκεν ἐν σαρκί τῶν ἁπάντων Θεόν, ὑπέρ φύσιν ἐξ ἀσπόρου γαστρός…». (γ’ Στιχηρόν τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς)
Ἀργότερα ἡ μικρή κόρη τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας μέ τήν συγκατάθεσή της θά γίνει θά γίνει ἡ συνεργός τοῦ Θεοῦ: «τοῦ Ἀδάμ ἡ ἀνάπλασις καί τῆς Εὔας ἡ ἀνάκλησις· τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγή καί τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγή, δι᾽ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθημεν καί τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν…» (Δοξαστικόν τῆς Λιτῆς).
Μέσα στήν ἁγία μήτρα της πραγματώνεται τό μυστήριο τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης.
Εὔστοχα τό καταγράφει αὐτό, ὑμνολογώντας τόσο τόν πρόξενο τῆς σωτηρίας μας, ὅσο καί τήν Παντοβασίλισσα Μαριάμ, ὁ ὑμνογράφος Σέργιος ὁ Ἁγιοπολίτης, «...Γεννᾶται τοίνυν, καί ὁ κόσμος σύν αὐτῇ ἀνακαινίζεται. Τίκτεται, καί ἡ Ἐκκλησία τήν ἑαυτῆς εὐπρέπειαν καταστολίζεται. Ὁ ναός ὁ ἅγιος, τό τῆς Θεότητος δοχεῖον, τόπαρθενικόν ὄργανον, ὁ βασιλικός θάλαμος, ἐν ᾧ τό παράδοξον τῆς ἀποῤῥήτου ἑνώσεως, τῶν συνελθουσῶν ἐπί Χριστοῦ φύσεων, ἐτελεσιουργήθη μυστήριον...». (Δοξαστικόν ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).
Ἡ γιορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Παναγίας μας, εἶναι ἡμέρα χαρμόσυνη. Ἡ θεοκίνητη γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων στόλισε μέ θεόπνευστους ὕμνους τή γιορτή αὐτή, ὁδηγώντας συγχρόνως τήν καρδιά μας σέ κατάνυξη, μέ ἀποτέλεσμα νά προσφεύγουμε σ᾽ Ἐκείνην, τήν Ὑπεραγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ μας, καί ὡς δικῆς μας μητέρας.
Ἄς δώσουμε ὅμως τόν λόγο στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά μᾶς πεῖ: «Γιά ποιό λόγο ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε ἀπό γυναίκα στείρα;» Καί θέτοντας τό ἐρώτημα δίνει συγχρόνως καί τήν ἀπάντηση:
-Γιά νά διαλύσει τήν λύπη καί νά ἀφαιρέσει τήν ντροπή τῶν γονέων της.
-Γιά νά προεικονίσει τήν διάλυση τῆς λύπης καί τῆς κατάρας τῶν προπατόρων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, πού ἐπρόκειτο νά πραγματοποιηθεῖ δι᾽ αὐτῆς.
-Γιά νά προετοιμασθεῖ τό μέγα θαῦμα, δηλαδή ἡ ἄσπορος σύλληψη καί ἡ ὑπερφυσική γέννηση τοῦ Χριστοῦ,.
-Γιά νά μᾶς διδάξει ὅτι προτιμήθηκαν ἀπό τούς πολύτεκνους οἱ ἄτεκνοι, γιά νά κυοφορηθεῖ ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν μεγάλη ἀρετή, ἡ Πανάρετη.
-Γιά νά εἶναι ἡ Πρωτότοκος, πού θά γεννοῦσε τόν Πρωτότοκο.
-Γιά νά βραβευτεῖ ἡ ἀρετή, ἡ εὐσέβεια καί ἡ προσευχή τῶν γονέων.
Σήμερα, λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καί γεννᾶται «τό κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», κατά την ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Παρόμοιο θαῦμα ἔκανε ὁ Θεός καί ἄλλες φορές στήν Παλαιά Διαθήκη.
Γιά παράδειγμα:
-Στήν Σάρρα, τήν σύζυγο τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ.
-Στήν Ρεβέκκα, τήν σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ.
-Στήν Ἄννα, τήν μητέρα τοῦ προφήτη Σαμουήλ.
-Στήν Ἐλισάβετ, τήν μητέρα τοῦ τιμίου Προδρόμου.
Ὅμως τό σημερινό θαῦμα διαφέρει κατά πολύ. Μπορεῖ τά τέκνα τῶν παραπάνω μητέρων, τῶν ὁποίων ἡ μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, νά ἦταν ἐνάρετα καί ἅγια, ἀλλά μόνον ἡ Μαρία, τό τέκνο τῆς Ἄννας καί τοῦ Ἰωακείμ, ἦταν «ἡ κεχαριτωμένη», καί κατέστη ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, γεγονός ἀκατάληπτο καί γιά τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγγέλους.
Γιά νά ἀποκτήσουν ὅμως τέτοιο τέκνο οἱ δίκαιοι Θεοπάτορες ἔδειξαν πίστη ἀδίστακτη. Ὑπομονή ἀλύγιστη. Ἔτρεφαν τήν ἐλπίδα πού δέν καταισχύνει. Εἶχαν μεγάλη καρτερία στίς προσευχές τους, ὅτι ὁ Θεός θά ἐκπληρώσει τό αἴτημά τους. Καί δέν ὑπέμειναν τήν ἀτεκνία τους μόνο γιά λίγο διάστημα! Ἡ παράδοση ἀναφέρει, ὅτι ἡ Ἄννα ἀπέκτησε τήν Θεοτόκο, μετά ἀπό πενήντα χρόνια στειρότητας. Αὐτή ἡ στάση τῶν Θεοπατόρων πρέπει νά παραδειγματίζει ὅλους μας.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τονίζει ὅτι:
Ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ὑποχρεωμένη στούς ἁγίους γονεῖς, Ἰωακείμ καί Ἄννα, γιά τό δῶρο πού προσέφεραν στό ἀνθρώπινο γένος.
«Ὧ μακαρία ξυνωρὶς….ὑπόχρεως ὑμῖν ἔσται πᾶσα ἡ φύσις. Δι᾽ ἡμῶν προσήγαγε δῶρον τῷ κτίστῃ, δῶρον ἁπάντων ὑπερφυέστατον, Μητέρα σεμνή, μόνην ἀξία τοῦ κτίσαντος».
Ἄς προσφέρουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς, στήν ἁγνή Παρθένο τό ἀγαπητότερο καί καταλληλότερο δῶρο:
Τόν ἁγιασμό μας καί τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας, μέ ἐγκράτεια καί προσευχή καί νά γίνουμε ἔτσι φιλόθεοι, εὐσεβεῖς, σώφρονες καί συνετοί, ὅπως οἱ ἅγιοι προπάτορες τοῦ Χριστοῦ καί γονεῖς τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα.
Καί Ἐσύ Παναγία μας, πού προσφέρθηκες ὡς δῶρο στόν Θεό:
-Ἁγίασε τό θησαυροφυλάκιο τῶν λόγων μας.
-Καθάρισε τήν καρδιά μας.
-Καί κάνε τήν ψυχής μας στείρα καί ἄγονη ἀπό κάθε κακό.
Ἰνδικτιών ἤ Ἴνδικτος
μήνας Σεπτέμβριος, σύμφωνα μέ τό Γρηγοριανό ἡμερολόγιο, εἶναι ὁ ἔνατος μήνας τοῦ ἔτους,καί ὁ πρῶτος μήνας τοῦ Φθινοπώρου. Σύμφωνα μέ τό Ρω- μαϊκό ἡμερολόγιο, ἦταν ὁ 7ος μήνας.
Ὁ λαός μας συνηθίζει νά λέει πώς: «Ἀπό Μάρτη Καλοκαίρι κι ἀπό Αὔγουστο Χειμώνας». Oἱ καιρικές, ὅμως, συνθῆκες πού ἐπικρατοῦν συνήθως τόν Σεπτέμβριο δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά τό πιστέψουμε! Γιατί, παρ᾽ ὅλο πού ὑποτίθεται ὅτι μέ τήν ἔλευση τοῦ Σεπτεμβρίου ἀρχίζει τό Φθι- νόπωρο, κάθε χρόνο φαίνεται ὅτι, ἀκόμη καί σέ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ μήνα, τό Κα- λοκαίρι καλά κρατεῖ. Ὁ καιρός ὅμως σιγά- σιγά ἀρχίζει νά ἀλλάζει καί νά μᾶς προ- ετοιμάζει γιά τόν ἐπερχόμενο Χειμώνα. Στίς 22 Σεπτεμβρίου, ἄλλωστε, ξεκινάει ἐπίσημα καί τό Φθινόπωρο, μέ τήν ἄφιξη τοῦ Ἥλιου στό Φθινοπωρινό ἰσημερινό σημεῖο τῆς τροχιᾶς του (Φθινοπωρινή ἰσημε- ρία).
Στό Συναξάρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας ἀκούσαμε:
Μὴν Σεπτέμβριος, ἔχων ἡμέρας λ´.
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας ιβ´ καὶ ἡ νὺξ ὥρας ιβ´.
Τῇ Α´ τοῦ αὐτοῦ μηνός, Ἀρχὴ τῆς, Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους.
Ἡ λέξη Ἰνδικτιών σημαίνει κατ᾽ ἀρχήν τόν προσδιορισμό τοῦ ἐτήσιου ποσοῦ πού ἔπρεπε νά καταβάλλουν οἱ Ρωμαῖοι πολίτες ὡς φόρο. Ἰνδικτιών ὀνομάστηκε τό σύνολο αὐτῶν τῶν 15ετών, πού κατέληξε νά εἶναι συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενο (ὅπως ἡ ἑβδομάδα ἤ ὁ μήνας), καί χρησιμοποιήθηκε ὡς τό δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης γιά τούς Βυζαντινούς, καί ἡ 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡ ἀρχή τοῦ ἔτους τους.
Βέβαια, παλαιότερα κατά τή Ρωμαϊκή περίοδο ὑπῆρχαν ἄλλες ἀντίστοιχες ἡμερομηνίες, ὅπως ὁ Ἀπρίλιος ἤ ὁ Ὀκτώβριος. Κατά τούς μῆνες αὐτούς ξεκινοῦσαν ἀπό τή Ρώμη οἱ ἀξιωματοῦχοι γιά νά ἐγκατασταθοῦν στίς ἐπαρχίες τους καί νά ἀσκήσουν τό ἔργο τους, τό ὁποῖο εἶχε ἐτήσια διάρκεια.
Ἴνδικτος εἶναι ἕνας γενικώτερος τρόπος μέτρησης τοῦ χρόνου ἀνά 15ετίες μέ ἀφετηρία τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ γιά τήν ἀκρίβεια ἀπό τό 3 π.Χ..
Ἀρχικά ὑπῆρχε ἡ Αὐτοκρατορική Ἴνδικτος ἤ Καισαρική Ἰνδικτιώνα (δηλαδή, ἡ παλαιά Ρωμαϊκή), πού ἄρχιζε πιθανῶς τήν 25η Δεκεμβρίου. Ἀργότερα εἰσήχθη ἀπό τὀν Μέγα Κωνσταντίνο ἡ Κωνσταντινική ἤ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤ Ἑλληνική Ἰνδικτιώνα πού ἄρχισε ἐπίσημα τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 312 μ.Χ.. Ἐκτός τῶν δύο ὑπῆρξε καί ἡ Παπική Ἰνδικτιώνα, πού δεχόταν ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδικτιώνας τήν 25η Δεκεμβρίου ἤ τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 312 μ.Χ..
Κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιώνας εἰσήγαγε ὁ Αὔγουστος Καίσαρας, ὅταν διέταξε τήν γενική ἀπογραφή τῶν κατοίκων τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους καί τήν εἴσπραξη τῶν φόρων, κατά τήν πρώτη Σεπτεμβρίου.
Ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου (313 μ.Χ.) ἔγινε ἐπισήμως χρήση τῆς Ἰνδικτιώνας ὡς χρονολογίας καί ἀπό τότε ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι σήμερα γιορτάζει τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἀρχή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἀξίζει νά ποῦμε λίγα λόγια γιά τό πῶς ἡ 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ὡς ἀρχή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους:
Στήν περιοχή τῆς Ἀνατολῆς τά περισσότερα ἡμερολόγια εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν 24η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς Φθινοπωρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδή ὅμως ἡ 23 ἡμέρα ἦταν ἡ γενέθλια ἡμέρα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Ὀκταβιανοῦ, ἡ πρωτοχρονιά μετατέθηκε στίς 23 Σεπτεμβρίου, ἡ ὁποία καί καθορίστηκε ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδή, τῆς περιόδου τοῦ ρωμαϊκοῦ διατάγματος γιά τόν φόρο πού ἴσχυε γιά 15 ἔτη. Ἔτσι Ἴνδικτος κατάντησε νά σημαίνει ἀργότερα τό ἔτος καί ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, τήν Πρωτοχρονιά.
Αὐτή τήν Πρωτοχρονιά βρῆκε ἡ Ἐκκλησία καί τῆς ἔδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, ἀφοῦ τοποθέτησε σ᾽ αὐτήν τήν ἑορτή τῆς συλλήψεως τοῦ τιμίου Προδρόμου, πού ἀποτελεῖ καί τό πρῶτο γεγονός τῆς Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας.
Ἀργότερα, τό 462 μ.Χ.., γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτει ἡ πρώτη τοῦ ἔτους μέ τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἡ Ἐκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε τήν 1η Σεπτεμβρίου.
Τήν ἡμέρα αὐτή ἐτελεῖτο μία ἑορταστική Ἀκολουθία μέ θεία Λειτουργία πού εἶναι γνωστή ὡς «Ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου». Ὁ Βυζαντινός αὐτοκράτορας καί οἱ ἄλλοι ἄρχοντες ξεκινοῦσαν πρωΐ-πρωΐ ἀπό τό «ἱερόν παλάτιον» καί πήγαιναν στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅπου παρακολουθοῦσαν τή θεία Λειτουργία, στήν ὁποία χοροστατοῦσε ὁ Πατριάρχης μέ ὅλη τήν ἀκολουθία του. Μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας ὁ αὐτοκράτορας ἐπέστρεφε μέ πομπή στό παλάτι, ὅπου δεχόταν τίς εὐχές τῶν αὐλικῶν καί τῶν ἄλλων ἐπισήμων. Ἔξω ἀπό τό παλάτι ὁ λαός ζητω- κραύγαζε, καθώς οἱ αὐλικοί - σύμφωνα μέ τό ἔθιμοσκόρπιζαν στόν λαό χρυσά νομίσματα.
Διευκρινίζεται ὅτι ἡ πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἔχει Ρωμαϊκή προέλευση καί ἦρθε στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή κατά τά νεώτερα χρόνια.
Ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀκολουθία γιά τό νέο ἔτος πού τελεῖται τήν 1η Σεπτεμβρίου, εἶναι μία Ἀκολουθία ἀπαράμιλλου κάλλους ὡς πρός τό ὑμνογραφικό ὑλικό.
Σήμερα ἡ 1η Σεπτεμβρίου ἑορτάζεται Ἐκκλησιαστικά ὡς ἀρχή τοῦ ἔτους καί στήν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ὑπάρχει πλῆθος σχετικῶν ἀναφορῶν.
Εἶναι μία ἡμερομηνία, ἡ ὁποία ἔχει πνευματικό χαρακτήρα μέ τήν ἔννοια ὅτι πολλοί ἀπό ἐμᾶς καθώς ἐπιστρέφουμε ἀπό τίς διακοπές καί ξεκινᾶμε τόν χειμερινό ἀγώνα ἀναπροσαρμόζουμε ἀνανεωμένοι, τούς πνευματικούς μας στόχους. Νέοι στόχοι, νέες προσπάθειες, νέα ὄρεξη, νέες ἐλπίδες.
Μάλιστα, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ προσπάθεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά ἀναδείξει τήν ἡμέρα αὐτή ὡς τήν ἡμέρα τοῦ σεβασμοῦ στό περιβάλλον. Ἡ σχέση μας μέ τόν γύρω μας κόσμο δέν μπορεῖ παρά νά λαμβάνει πάντοτε μία πνευματική διάσταση: ἡ Κτίση εἶναι δημιούργημα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τον ἄνθρωπο.
Εὐθύνη καί ὑποχρέωσή μας νά σεβόμαστε τήν φύση, νά τήν προστατεύουμε καί νά τήν ἀξιοποιοῦμε, χωρίς νά τήν καταστρέφουμε.
Ὁ σεβασμός πρός τήν φύση εἶναι ἡ ξεκάθαρη στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στό περιβάλλον. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ σεβασμός στό περιβάλλον δέν περιορίζεται σέ κάτι πού τό μαθαίνεις, ἀλλά εἶναι κάτι πού τό ζεῖς μέσα στά πλαίσια τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, τῆς προσπάθειας γιά τή θέωση.
Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στήν Συναγωγή καί ἀνοίγοντας τό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐξ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾽ ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέ- σταλκέ με, κηρύξαι ἐνιαυτὸν (= ἔτος) Κυρίου δεκτόν». (Λουκ. 4,18)
Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπὶ τὸ αὐτό», ἀναπέμπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητάς του.
